Διαθέσιμο κατόπιν παραγγελίας
Αποστέλλεται την ίδια ή την επόμενη εργάσιμη
ISBN:
9789606444708
Έτος κυκλοφορίας
Εκδότης
Μαργαρίτα Λυμπεράκη (1919-2001). Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Παιδί χωρισμένων γονιών μεγάλωσε με τον παππού της τον εκδότη Γεώργιο Φέξη, που της μετέδωσε την αγάπη για το βιβλίο. Σε παιδική ηλικία ταξίδεψε για πρώτη φορά στο Παρίσι και έμαθε γαλλικά. Τέλειωσε το Αρσάκειο γυμνάσιο και σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών, από όπου αποφοίτησε το 1943. Ασχολήθηκε επίσης με τη ζωγραφική. Παντρεύτηκε το συγγραφέα Γ. Καραπάνο, με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, τη Μαργαρίτα Καραπάνου, που έγινε επίσης συγγραφέας. Την πρώτη της εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας έκανε το 1945 ως Μαργαρίτα Καραπάνου (χρησιμοποιώντας το επώνυμο του συζύγου της) με το μυθιστόρημα "Τα δέντρα", ενώ ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε το έργο που την έκανε ευρέως γνωστή, το μυθιστόρημα "Τα ψάθινα καπέλα" (που μεταφράστηκε το 1950 στα γαλλικά με τίτλο "Trois etes"). Το 1946 πήρε διαζύγιο και έφυγε με την κόρη της για το Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τους Καστοριάδη, Καμπά, Αξελό, Ελύτη και ήρθε σε επαφή με τα πρωτοποριακά ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής. Στο Παρίσι ολοκληρώθηκε ο "Άλλος Αλέξανδρος" (1950) και το 1952 εγκαινιάστηκε η ενασχόλησή της με τη θεατρική γραφή, άλλοτε στα γαλλικά και άλλοτε στα ελληνικά. Στο χώρο της λογοτεχνίας η Λυμπεράκη κινήθηκε αρχικά στα πλαίσια της ψυχογραφίας με έμφαση στη γυναικεία φύση. Με τον "Άλλο Αλέξανδρο" και κυρίως τα θεατρικά της έργα πέρασε σ’ έναν εντονότερα υπερβατικό χώρο και κινήθηκε στα όρια του συμβολισμού με την τελετουργική διονυσιακή γραφή, στην προσπάθειά της να προσδιορίσει τη θέση της σύγχρονης Ελλάδας ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ανατολή μέσω του αρχετυπικών μύθων. Ανάλογος προβληματισμός κυριαρχεί και στο τελευταίο της πεζογράφημα με τίτλο "Το μυστήριο". Έγραψε επίσης τα σενάρια για τις ταινίες "Μαγική πόλη" του Νίκου Κούνδουρου (1955) και "Φαίδρα" του Ζυλ Ντασσέν (1962) και ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική μετάφραση. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα "Τα Νέα" (1975). Ήταν μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Μαργαρίτας Λυμπεράκη βλ. Λίζυ Τσιριμώκου, "Λυμπεράκη, Μαργαρίτα", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 5, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986· Γεωργία Φαρίνου - Μαλαματάρη, "Μαργαρίτα Λυμπεράκη", στο "Η μεταπολεμική πεζογραφία· από τον πόλεμο του ΄40 ως τη δικτατορία του ΄67", τ. Ε΄, σ. 130-177, Αθήνα, Σοκόλης, 1988· Φρ. Φαρμάκης, "Λυμπεράκη, Μαργαρίτα", στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τ. 9, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.· Ξανθή Κατσαρή, "Μαργαρίτας Λυμπεράκη: η ζωή και το έργο", στο πρόγραμμα της παράστασης του έργου της Λυμπεράκη "Το μυστικό κρεβάτι ή Τηλέγονος" από το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Κομμοτηνής, 1995, σ.11-16· και Αλέξης Ζήρας, Βάλτερ Πούχνερ, "Λυμπεράκη, Μαργαρίτα", στο "Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", Αθήνα, Πατάκης, 2007, σ. 1292-1293.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
Κώστας Ταχτσής (1927-1988). Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του καταγόταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Σε ηλικία επτά ετών μετά από χωρισμό των γονιών του έφυγε για την Αθήνα με τη γιαγιά του. Στην Αθήνα πέρασε τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοίτησε για δυο χρόνια. Είχε προηγηθεί μια αίτησή του στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων χωρίς επιτυχία λόγω ασθένειάς του και αδυναμίας να παραστεί στις εξετάσεις. Το 1947 κατατάχτηκε στο στρατό και έφτασε ως το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Στη συνέχεια εργάστηκε ως γραμματέας του αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό έργο του Λούρου. Το 1951 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Ποιήματα". Ακολούθησαν τέσσερις ακόμη συλλογές ως το 1956, από τις οποίες τον έκαναν γνωστό η "Συμφωνία του ΄Μπραζίλιαν΄" (1954) και το "Καφενείο ΄Το Βυζάντιο΄" (1956). Την ίδια περίοδο συνδέθηκε φιλικά με τους Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Γκάτσο, Αντρέα Εμπειρίκο. Το 1954 έφυγε για την Αγγλία, όπου έμεινε ως το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου. Επέστρεψε στην Αθήνα και ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας. Από την άνοιξη του 1956 ως τον Δεκέμβρη του 1964 έζησε σχεδόν αδιάκοπα στη Δυτική Ευρώπη, Αυστραλία και ΗΠΑ, με ενδιάμεσες επιστροφές στην Ελλάδα. Στην περίοδο αυτή μπάρκαρε σε δανέζικο φορτηγό πλοίο προς τη Γερμανία, συνεργάστηκε στα γυρίσματα της ταινίας "Το παιδί και το δελφίνι" ως βοηθός σκηνοθέτη, τέλεσε χρέη μάνατζερ σε περιοδεία του πιανίστα Τόνι Γεωργίου στην Αφρική, εργάστηκε ως υπάλληλος εμπορικού καταστήματος και σιδηροδρομικός υπάλληλος στην Αυστραλία. Το 1960 ξεκίνησε για το γύρο της Ευρώπης με βέσπα. Στις χώρες που επισκέφτηκε έγραψε "Το τρίτο στεφάνι", το οποίο ολοκλήρωσε στην Αυστραλία, κατά τη διάρκεια δεύτερης εκεί παραμονής του και έστειλε στην Ελλάδα για εκτύπωση. Το έργο απορρίφθηκε ως ακατάλληλο και ο Ταχτσής πραγματοποίησε ιδιωτική έκδοσή του στην Αθήνα το 1962. Δυο μήνες μετά έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε ως το τέλος του 1964. Μετά την οριστική επιστροφή του στην Αθήνα έλαβε μέρος στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού "Πάλι" (1964-67), μαζί με τους Νάνο Βαλαωρίτη, Μαντώ Αραβαντινού, Γιώργο Μακρή, και εργάστηκε ως ξεναγός και μεταφραστής (μετέφρασε τέσσερα θεατρικά έργα του Αριστοφάνη και έργα των Εντουάρντο ντε Φίλιππο, Ατάυντε, κ.ά.). Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας συνυπέγραψε τη "Δήλωση των 18" κατά της χούντας και της λογοκρισίας, το 1969, και διώχτηκε από την Ασφάλεια. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχεδόν εγκατέλειψε το γράψιμο. Δηλωμένος ομοφυλόφιλος και τραβεστί, ο Κώστας Ταχτσής δολοφονήθηκε άγρια υπό ανεξιχνίαστες συνθήκες στο σπίτι του στον Κολωνό σε ηλικία εξηνταενός χρόνων. Το ποιητικό έργο του Κώστα Ταχτσή κινείται στα πλαίσια της θεματολογίας της καθημερινής ζωής και χαρακτηρίζεται από έντονα λυρική διάθεση, διάθεση η οποία μεταφέρθηκε και στα πεζά του. Το έργο που τον καθιέρωσε στο χώρο της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας είναι το μυθιστόρημα "Το τρίτο στεφάνι", μια ρεαλιστική και ταυτόχρονα συχνά λυρική απεικόνιση της ζωής και της κοσμοθεωρίας των ελλήνων μικροαστών, που καλύπτει την περίοδο από τις αρχές του αιώνα μας ως τη σύγχρονη του συγγραφέα εποχή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ψυχογραφική ικανότητα του Ταχτσή, ιδιαίτερα στους γυναικείους χαρακτήρες του και η εξαιρετική φροντίδα της γλωσσικής του έκφρασης. Ο συν-εκδότης του περιοδικού "Πάλι" Νάνος Βαλαωρίτης, έγραψε για τον συγγραφέα στο περιοδικό "Αντί", τ. 389, στις 9 Σεπτεμβρίου 1988, σε ένα κείμενο με τίτλο: "Κώστας Ταχτσής. Το παιχνίδι της γραφής: Μια ενθουσιώδης εμπειρία θανάτου": "Η ζωή του Κώστα Ταχτσή ήταν μια τέτοια αγωνιώδης αναζήτηση, έμμονη, φανατική, επίμονη, της πιο επαίσχυντης αλήθειας, ώστε να βγει από αυτήν το λουλούδι μιας μοναδικής γραφής. [...] Και, παρόλο που ήταν με κάποιον τρόπο "αριστοφανικός", δεν ήταν ποτέ "παρωδικός". Παρωδία ήταν η ζωή του. Εκεί έπαιζε θέατρο, ενώ το γράψιμο ήταν στα ίσια, σοβαρή υπόθεση, που δε χωρούσε θεατρινισμούς." Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κώστα Ταχτσή βλ. Αλέξης Ζήρας, "Ταχτσής Κώστας", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 9β, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, "Κώστας Ταχτσής", στο "Η μεταπολεμική πεζογραφία· από τον πόλεμο του ΄40 ως τη δικτατορία του ΄67", Ζ΄, σ. 250-289, Αθήνα, Σοκόλης, 1988, Αλέξης Ζήρας, Γεωργία Θεοφάνη, "Ταχτσής Κώστας", στο "Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", Αθήνα, Πατάκης, 2007 και την αυτοβιογραφία του: "Το φοβερό βήμα", Αθήνα, Εξάντας, 1989.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
Η Άλκη Ζέη γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα. Ο πατέρας της καταγόταν από την Κρήτη και η μητέρα της από τη Σάμο όπου η Άλκη Ζέη πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια. Παντρεύτηκε με τον θεατρικό συγγραφέα και σκηνοθέτη, Γιώργο Σεβαστίκογλου που πέθανε το 1990. Έχει δύο παιδιά, την Ειρήνη που ζει στις Βρυξέλλες και εργάζεται σαν διερμηνέας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Πέτρο που είναι σκηνοθέτης κινηματογράφου και ζει και εργάζεται στην Ελλάδα. Η Άλκη Ζέη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και στο Κινηματογραφικό Ινστιτούτο της Μόσχας στο τμήμα Σεναριογραφίας. Από το 1954 έως το 1964 έζησε σαν πολιτική πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση. Το 1964 επιστρέφει οικογενειακώς στην Ελλάδα για να ξαναφύγουν πάλι όλοι μαζί με τον ερχομό της Χούντας το 1967. Αυτή τη φορά ο τόπος διαμονής τους είναι η Γαλλία και συγκεκριμένα το Παρίσι. Από πολύ μικρή ασχολήθηκε με το γράψιμο. Στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου ακόμα άρχισε να γράφει για το κουκλοθέατρο. Ένας από τους ήρωες που δημιούργησε, ο Κλούβιος, έγινε κατοπινά ο ήρωας του κουκλοθέατρου "Μπάρμπα Μητούσης" που εμπνεύστριά του ήταν η Ελένη Περάκη-Θεοχάρη. Αργότερα έγραψε μια σειρά διηγημάτων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό "Νεανική Φωνή" ένα περιοδικό για νέους που ανάμεσα στους συνεργάτες του ήταν ο Τάσος Λιγνάδης και ο Μάριος Πλωρίτης. Κατά την παραμονή της στη Σοβιετική Ένωση, γράφει διηγήματα που τα στέλνει στην Ελλάδα και δημοσιεύονται στην "Επιθεώρηση Τέχνης" και αργότερα θα εκδοθούν σε βιβλίο με τον τίτλο "Αρβυλάκια και Γόβες". Πρώτο της μυθιστόρημα είναι το "Καπλάνι της Βιτρίνας" που το έχει εμπνευστεί από τα παιδικά της χρόνια στη Σάμο και είναι σχεδόν αυτοβιογραφικό. Το "Καπλάνι" εκδόθηκε για πρώτη φορά από τον εκδοτικό οίκο "Θεμέλιο" και ύστερα επανεκδόθηκε από τον "Κέδρο". Έχει μεταφραστεί σε 20 γλώσσες και στα Ελληνικά βρίσκεται στην 49η έκδοση. Μετά το "Καπλάνι" συνεχίζει να γράφει πάντα για παιδιά. "Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου" βρίσκεται στην 61η έκδοση και έχει μεταφραστεί σε 14 γλώσσες. Ακολουθεί το "Κοντά στις Ράγες" 33η έκδοση. Μεταφράστηκε στα αγγλικά και στα ιταλικά. Άλλα βιβλία της είναι: "Ο Θείος Πλάτων" 24η έκδοση. Μεταφράστηκε στα γαλλικά. "Μια Κυριακή του Απρίλη", μεταφράστηκε στα γαλλικά, ισπανικά και στα καταλάνικα. "Τα Παπούτσια του Αννίβα", μεταφράστηκε στα γαλλικά. Τελευταίο της βιβλίο "Η Μωβ Ομπρέλα", Κέδρος 1995. "Το Καπλάνι της Βιτρίνας", "Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου" και το "Κοντά στις Ράγες" έχουν πάρει στις Ηνωμένες Πολιτείες το Βραβείο Μίλντρεντ Μπάτσελντερ - 1974, 1974, 1976 που δίνεται για το καλύτερο ξένο παιδικό βιβλίο. Όλα αυτά τα βιβλία είναι από τις εκδόσεις Κέδρος. Στον Κέδρο εκδίδει το 1987 το πρώτο της μυθιστόρημα που δεν είναι για παιδιά, την "Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα" που έγινε μπεστ σέλλερ και έχει πουλήσει 135.000 αντίτυπα. Έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, γερμανικά και δανέζικα. Η Άλκη Ζέη έχει μεταφράσει πολλά βιβλία από τα ιταλικά, γαλλικά και ρωσικά. Έχει ακόμα γράψει δύο θεατρικά έργα για παιδιά. Τον "Κεραμυδοτρέχαλο" διασκευή από το μυθιστόρημα της Σουηδής συγγραφέως Άστριντ Λίνγκριντ, που ανέβασε παλαιότερα και ξανανέβασε το 1992 η Λήδα Πρωτοψάλτη στο Θέατρο Στοά και τον "Βασιλιά Ματία τον Πρώτο" διασκευή από το μυθιστόρημα του Πολωνού συγγραφέα Γιάνους Κόρτσακ που ανέβασε το 1982 η Ξένια Καλογεροπούλου στην παιδική της σκηνή. Η Άλκη Ζέη πήρε το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας για το έτος 1992. Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας του Ιδρύματος Κώστα & Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου της.
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 3 Μαρτίου του 1851 και ήταν γιος του ιερέα Αδαμάντιου Εμμανουήλ και της Αγγελικής κόρης Αλεξ. Μωραϊτίδη. Τελείωσε το δημοτικό και τις δύο πρώτες τάξεις του ελληνικού σχολείου στη Σκιάθο. Φοίτησε σε σχολείο της Σκοπέλου, του Πειραιά και τελικά πήρε απολυτήριο Γυμνασίου από το Βαρβάκειο το 1874. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ΄ όπου όμως ποτέ δεν αποφοίτησε, ενώ γράφει το πρώτο λυρικό του ποίημα για τη μητέρα του. Έμαθε αγγλικά και γαλλικά μόνος του. Για να ζήσει έκανε ιδιαίτερα μαθήματα και δημοσίευε κείμενα και μεταφράσεις στις εφημερίδες. Τον Ιούλιο του 1872 ακολούθησε το μοναχό Νήφωνα στο Άγιο Όρος, όπου έμεινε μερικούς μήνες, αλλά διαπίστωσε ότι δεν του ταίριαζε το μοναχικό σχήμα. Ωστόσο δεν έλειπε ποτέ από τον κυριακάτικο εκκλησιασμό στον Άγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι, όπου έψελνε ως δεξιός ψάλτης. Το 1879 δημοσιεύει το μυθιστόρημα η "Μετανάστις" στην εφημερίδα "Νεόλογος". Το 1882 άρχισε να δημοσιεύει το μυθιστόρημά του "Οι έμποροι των Εθνών" στην εφημερίδα "Μη χάνεσαι". Το 1884 άρχισε να δημοσιεύει στην "Ακρόπολη" το μυθιστόρημά του "Γυφτοπούλα", όπου από το 1892 ως το 1897 εργάζεται ως τακτικός συνεργάτης. Από το 1902 ως το 1904 μένει στη Σκιάθο απ΄ όπου δημοσιεύει τη "Φόνισσα". Το έργο του περιλαμβάνει περίπου 180 διηγήματα και νουβέλες που αναφέρονται στις φτωχές τάξεις της Αθήνας και της Σκιάθου και ελάχιστα ποιήματα θρησκευτικού περιεχομένου. Στις 13 Μαρτίου 1908 γιορτάζεται στον "Παρνασσό" η 25ετηρίδα του στα ελληνικά γράμματα, υπό την προστασία της πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη. Αμέσως μετά επιστρέφει στην πατρίδα του όπου και μένει ως το τέλος της ζωής του. Πεθαίνει το ξημέρωμα της 3ης Ιανουαρίου του 1911 από πνευμονία.
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
Ο Βασίλης Βασιλικός του Νικολάου γεννήθηκε στην Καβάλα στις 18 Νοεμβρίου 1934. Σπουδές: Λύκειο Καρυωτάκη (Καβάλα), Σχολή Βαλαγιάννη, Αμερικάνικο Κολέγιο Ανατόλια (Θεσσαλονίκη), Νομική Σχολή (ΑΠΘ), Yale University - Drama School, SRT - School of Radio and Television (Νέα Υόρκη) για τηλεσκηνοθεσία. Bοηθός σκηνοθέτη σε ξένες παραγωγές, σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ, σεναριογράφος, επιμελητής (Dr) σεναρίων, εισηγητής σεναρίων στην Arte (1990-1993), ερασιτέχνης ηθοποιός, δημοσιογράφος, συγγραφέας, Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής στην ΕΡΤ-1 (1981-1984), Δημοτικός Σύμβουλος Δήμου Αθηναίων (1994-1996), Πρέσβης εκ προσωπικοτήτων της Ελλάδας στην Ουνέσκο (1996-2004), Πρόεδρος της Εταιρίας Συγγραφέων (2001-2005). Τιμητικές διακρίσεις: Βραβείο των "12" (1961, για την τριλογία "Το φύλλο. Το πηγάδι. Τ΄ αγγέλιασμα"), Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1980, για το "Τελευταίο Αντίο") το οποίο δεν αποδέχθηκε, Διεθνές βραβείο Meditteraneo (1970). Επίτιμος Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πατρών στην έδρα της Φιλολογίας, Ταξιάρχης Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλικής Δημοκρατίας (1984), Μέλος του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων με έδρα το Στρασβούργο, Μέλος του Δ.Σ. των Γάλλων συγγραφέων (Maison des Ecrivains. Γαλλία, 1990-1993). Είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος Έλληνας συγγραφέας μετά τους Καζαντζάκη, Ρίτσο, Καβάφη. Βιβλία του έχουν εκδοθεί και στην γραφή Μπράιγ. Είναι παντρεμένος με την υψίφωνο Βάσω Παπαντωνίου και έχουν μια κόρη, την Ευρυδίκη.
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
Θεοτόκης Κωνσταντίνος (1872-1923). Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης γεννήθηκε το 1872 στην Κέρκυρα, γιος του Μάρκου Θεοτόκη και της Αγγελικής Πολυλά, ανιψιάς του Ιάκωβου Πολυλά. Είχε δυο αδερφούς. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο ιδιωτικό σχολείο Κοντούτη, στη συνέχεια φοίτησε για οχτώ χρόνια στο Εκπαιδευτήριο Καποδίστριας και τέλειωσε το γυμνάσιο το 1888. Μαθητής ακόμα έγραψε το σχολικό εγχειρίδιο Εγχειρίδιον προς κατασκευήν διαφόρων εκ χάρτου παιγνίων. Μέρος πρώτον : Το πτηνόν. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε και το ενδιαφέρον του για τις φυσικές επιστήμες και το 1884 σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών εξέδωσε με τον αδερφό του Κωνσταντίνο την εφημερίδα Ελπίς. Το 1887 εξέδωσε μια μελέτη για τον ηλεκτροχημικό τηλέγραφο και έστειλε μια μελέτη για το κυβερνώμενο αερόστατο στη Γαλλική Ακαδημία των Επιστημών που επαινέθηκε.Το 1889 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης για σπουδές φυσικομαθηματικών επιστημών. Η κοσμική και σπάταλη ζωή που επέλεξε τον οδήγησε δυο χρόνια αργότερα για συνέχιση των σπουδών του στη Βενετία. Εκεί σύναψε δεσμό με τη βαρώνη Ερνεστίνη φον Μάλοβιτς, δεκαεφτά χρόνια μεγαλύτερή του, από την οποία χώρισε προσωρινά κατόπιν παρέμβασης του πατέρα του τον ίδιο χρόνο, την παντρεύτηκε όμως δυο χρόνια αργότερα στη Βοημία. Ένα χρόνο αργότερα εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του στον πύργο των Καρουσάδων. Τότε χρονολογείται και η έναρξη της βαθιάς φιλίας του με το Λορέντζο Μαβίλη, με τον οποίο πήρε μέρος στην κρητική επανάσταση και στον πόλεμο του 1897 και από τον οποίο υιοθέτησε το ενδιαφέρον του για τη σανσκριτική μυθολογία. Στη συνέχεια ο Κωνσταντίνος έφυγε για σπουδές έξι μηνών στο Γκρατς της Αυστρίας, όπου ήρθε σε επαφή με τη σκέψη του Μαρξ και του Νίτσε και στράφηκε προς τις θεωρητικές επιστήμες. Το 1895 εξέδωσε ένα ρομάντζο στα γαλλικά, το 1899 δημοσίευσε σε συνέχειες το Πάθος και το Πίστομα στο περιοδικό Τέχνη του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Το 1900 πέθανε η κόρη του Ερνεστίνη από μηνιγγίτιδα σε ηλικία πέντε ετών. Το 1901δημοσίευσε στο Διόνυσο το διήγημα Juventus Mundi και τον επόμενο χρόνο την Κασσώπη. Το 1902 επισκέφτηκε τη Ζάκυνθο με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Σολωμού και τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε ένα άρθρο για το Σολωμό στην εφημερίδα Neue Presse της Βιέννης. Το 1903 γνωρίστηκε με την μετέπειτα στενή φίλη του Ειρήνη Δεντρινού και το 1904 δημοσίευσε στο Νουμά τη διατριβή του Σανσκριτική και καθαρεύουσα. Το 1905 οργάνωσε συνέδριο δημοτικιστών στην Κέρκυρα με αφορμή την εκεί επίσκεψη του Αλέξανδρου Πάλλη. Οι καλεσμένοι επίσης Κωστής Παλαμάς, Γιάννης Ψυχάρης και Ιωάννης Γρυπάρης δεν παρευρέθηκαν. Στη διετία 1907-1909 βρέθηκε στο πανεπιστήμιο του Μονάχου για σπουδές και επέστρεψε στην Κέρκυρα, όπου υποδέχτηκε τον σοσιαλιστή Μαζαράκη. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Ομίλου Κερκύρας και κατόπιν του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου Κερκύρας και το 1912 τιμήθηκε με το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος από την κυβέρνηση, βραβείο που όμως δε δέχτηκε. Το 1916 συμμετείχε σε ειδική αποστολή του επαναστατικού κινήματος Θεσσαλονίκης στη Ρώμη μετά από ανάθεση του τότε υπουργού Εξωτερικών Νικολάου Πολίτη. Επέστρεψε στην Κέρκυρα και διορίστηκε αντιπρόσωπος της κυβέρνησης στην Κέρκυρα, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον ίδιο χρόνο. Το 1917 μετά την πτώση της αυστροουγγρικής μοναρχίας ο Θεοτόκης και η σύζυγός του καταστράφηκαν οικονομικά. Η υγεία του κλονίστηκε. Εργάστηκε σποραδικά ως διευθυντής λογοκρισίας (για δυο μέρες), ως υπάλληλος των εκδόσεων Ελευθερουδάκη, της Υπηρεσίας Ξένων και Εκθέσεων και της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ενώ δεν έπαψε σʼ όλη τη ζωή του να δημοσιεύει πεζογραφικά, ποιητικά και μεταφραστικά έργα του σε πολλά λογοτεχνικά και εφημερίδες (όπως Η Τέχνη, ο Νουμάς, ο Διόνυσος κ.α.).Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν πολύ δύσκολα λόγω της άθλιας οικονομικής του κατάστασης και της αρρώστιας του . Εγχειρίστηκε στον Ευαγγελισμό και οι γιατροί τον συμβούλεψαν να φύγει για την Κέρκυρα, όπου πέθανε την πρώτη Ιουλίου του 1923, αφήνοντας ανολοκλήρωτο το τελευταίο του έργο με τίτλο Ο παπά Ιορδάνης περίχαρος και η ενορία του. Στο χώρο της πρωτότυπης λογοτεχνικής δημιουργίας ο Θεοτόκης ασχολήθηκε κυρίως με την πεζογραφία. Ξεκ
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
Γεννήθηκε στην Ζάκυνθο το 1798, από αριστοκρατική οικογένεια. Το 1808 στάλθηκε στην Ιταλία για σπουδές και σπούδασε νομικά. Μετά από δέκα χρόνια επιστρέφει στη Ζάκυνθο με γερή φιλολογική μόρφωση. Εκείνη την εποχή γίνεται δεκτός σε μια φιλολογική οργάνωση όπου αναγνωρίζεται ως στιχουργός. Στο τέλος του 1828 εγκαταλείπει τη Ζάκυνθο και εγκαθίσταται στη Κέρκυρα για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Το 1833 ένα σοβαρό οικογενειακό γεγονός τον ταράζει, ο ετεροθαλής αδελφός του δηλώνει στις λιμενικές αρχές την κληρονομιά από τον πατέρα του και τη διεκδικεί. Όλα τα χρόνια που έζησε στην Κέρκυρα δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι στην ελευθερωμένη Ελλάδα γιατί, όπως υποστηρίζεται, "δεν εσυνηθούσε να θεατρίζει στο εθνικό του φρόνηματα αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής". Όταν ο Σολωμός γύρισε από την Ιταλία, έφερε μαζί του ποιήματα θρησκευτικού περιεχομένου. Αργότερα δημιουργεί αυτοσχέδια σονέτα και τέλος λυρικά ποιήματα. Το πρώτο εκτενές ποίημα του Σολωμού είναι ο "Ύμνος εις την Ελευθερία" που είναι γραμμένος σε τετράστιχες στροφές. Ο Σολωμός πέθανε το Φεβρουάριο του 1857 από εγκεφαλική συμφόρηση. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν στην αρχή σε ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου. Επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι ο Σολωμός ως ποιητής απέκτησε φήμη από τα νεανικά του χρόνια και ότι με το πέρασμα των δεκαετηρίδων το ποιητικό του έργο δεν ξεπεράστηκε.
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
Η Πηνελόπη Δέλτα γεννήθηκε το 1874 στην Αλεξάνδρεια. Εκεί έζησε τα παιδικά και νεανικά της χρόνια σ΄ ένα αρχοντικό οικογενειακό περιβάλλον, αυστηρά πατριαρχικό, με έντονες τις πατροπαράδοτες ελληνικές αρχές και συνήθειες. Με δασκάλους στο σπίτι, απέκτησε γενικές σχολικές γνώσεις και έμαθε ξένες γλώσσες και "ελληνικά" που τα αντιπάθησε, επειδή τα βιβλία ήταν γραμμένα στην καθαρεύουσα. Το 1895 παντρεύτηκε το Στέφανο Δέλτα, με το οποίον απέκτησε τρεις κόρες. Το 1916 η οικογένεια Δέλτα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο κοινωνικός και ο φιλικός τους κύκλος ήταν οι πιο καλλιεργημένοι λογοτέχνες, εκπαιδευτικοί και σκεπτόμενοι άνθρωποι του καιρού τους, αλλά και σπουδαίες πολιτικές προσωπικότητες, όπως ο Ελ. Βενιζέλος και ο Νικ. Πλαστήρας. Τόσο στους Βαλκανικούς πολέμους, όσο και στον Ελληνο-ιταλικό πόλεμο, η Πηνελόπη Δέλτα προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες, περιθάλποντας πρόσφυγες και τραυματίες. Η ίδια υπέφερε από παράλυση, που είχε αρχίσει από το 1925, και είχε γίνει ολική προς το τέλος της ζωής της. Ίσως η πάθησή της αυτή, σε συνδυασμό με το πλήγμα που της προκάλεσε η είσοδος των γερμανών στην Αθήνα, να την οδήγησαν στην απελπισία : Αυτοκτόνησε στις 2 Μαΐου του 1941. Η Πηνελόπη Δέλτα υπήρξε σπουδαία συγγραφέας. Έχουν περάσει 60 και περισσότερα χρόνια από τότε που έγραψε τα βιβλία της για παιδιά. Κι όμως, αυτά τα βιβλία εξακολουθούν να ενθουσιάζουν τους μικρούς αναγνώστες, με τη ζωντάνια τους, τις συναρπαστικές τους περιπέτειες, και τις γλαφυρές περιγραφές ιστορικών γεγονότων.
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
ΣΤΡΑΤΗΣ ΤΣΙΡΚΑΣ (1911 - 1980) Ο Στρατής Τσίρκας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιάννη Χατζηαντρέα από παρατσούκλι του πατέρα του), γιος του Κώστα και της Περσεφόνης Χατζηαντρέα, γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια στο Κάιρο. Είχε τρία μικρότερα αδέρφια. Γύρω στο 1917 γράφτηκε στην Αμπέτειο Σχολή, στο εμπορικό τμήμα, από όπου αποφοίτησε το 1928. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου για ένα χρόνο και από το 1929 ως το 1939 σε μια εταιρεία βάμβακος στην Άνω Αίγυπτο, αρχικά ως λογιστής και στη συνέχεια ως διευθυντής των εκκοκιστηρίων. Το 1933 πέθανε ο πατέρας του από φυματίωση. Το 1935 εντάχτηκε στην αντιφασιστική οργάνωση "Ligue Pacifiste" και ίδρυσε μαζί με τον Θεοδόση Πιερίδη την "Αντιφασιστική Πρωτοπορία". Το 1937 παντρεύτηκε την Αντιγόνη Κερασσώτη, με την οποία ταξίδεψε στην Αυστρία, την Ιταλία, τη Γιουγκοσλαβία, τη Γαλλία και την Ελλάδα και απέκτησε ένα γιο τον Κώστα (γεν. 1957). Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου πήρε μέρος (ανάμεσα στους Μπέρτολντ Μπρεχτ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Νερούντα και άλλους) στο Βʼ Διεθνές Συνέδριο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας εναντίον του Πολέμου και του Φασισμού, στο Παρίσι, και έγραψε μαζί με τον Χιούς τον όρκο στον Λόρκα, που προωθήθηκε από τον Λουί Αραγκόν και υπογράφτηκε από σαράντα συγγραφείς. Από το 1939 ως το 1963 έζησε στην Αλεξάνδρεια και εργάστηκε ως διευθυντής βυρσοδεψείου (έφυγε για λίγους μήνες το 1942 όταν ο Ρόμμελ απείλησε την πόλη). Το 1943 έγινε καθοδηγητικό στέλεχος του Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου. Στην περίοδο αυτή τοποθετείται η γνωριμία του με το Γιώργο Σεφέρη. Το 1961 διαγράφτηκε από το Κ.Κ.Ε., καθώς αρνήθηκε να αποκηρύξει το έργο του "Η Λέσχη", που είχε εκδοθεί λίγο νωρίτερα. Το 1963 έφυγε για την Αθήνα, όπου έζησε ως το θάνατό του. Μετά την κήρυξη της δικτατορίας του Παπαδόπουλου έγινε μέλος του Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου. Το 1969 εντάχθηκε στο Κ.Κ.Ε. εσωτερικού και ένα χρόνο αργότερα πήρε μέρος στη σύνταξη του αντιδικτατορικού τόμου "18 Κείμενα" με το διήγημα "Αλλαξοκαιριά". Συμμετείχε επίσης στον τόμο "Νέα Κείμενα" (1970) και στα "Νέα Κείμενα 2". Πέθανε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο σε ηλικία 69 χρόνων από ανεύρυσμα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Έλλην" - αργότερα όργανο του ΕΑΣ -, "Κυπριακά Γράμματα", "Ελεύθερα Γράμματα", "Αλεξανδρινή Λογοτεχνία", "Πάροικος", "Φωνή", "Επιθεώρηση Τέχνης", "Αυγή", "Ταχυδρόμος", "Συνέχεια". Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Βιογραφίας για το έργο του "Ο Καβάφης και η εποχή του" (1959) και με το Βραβείο Κριτικών και Εκδοτών της Γαλλίας για τις "Ακυβέρνητες Πολιτείες" (1972). Ο Στρατής Τσίρκας τοποθετείται ανάμεσα στη μεσοπολεμική και μεταπολεμική γενιά της νεοελληνικής πεζογραφίας και το έργο του συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και τη γενέτειρά του, στις οποίες πήρε ενεργό μέρος. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας σημειώθηκε το 1927 με μεταφράσεις των Μυσσέ, Χάινε και Σίλλερ στα περιοδικά "Μπουκέτο" και "Οικογένεια" και τη δημοσίευση του πρώτου του πεζογραφήματος με τίτλο "Το φεγγάρι" στο περιοδικό "Παναιγυπτία". Το 1930 δημοσίευσε το πεζογράφημα "Μεσημεριάτικο" στο περιοδικό "Πρωτοπορία" και το πρώτο του ποίημα, με τίτλο "Pot pouri", στο περιοδικό "Αλεξανδρινή Τέχνη". Την ίδια χρονιά γνωρίστηκε με τον Κ.Π. Καβάφη. Το 1937 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή "Φελλάχοι", όπου υπέγραψε για πρώτη φορά με το όνομα Στρατής Τσίρκας. Ως το ξέσπασμα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου ασχολήθηκε με την ποίηση και το διήγημα. Γνωστός έγινε κυρίως μετά την έκδοση της βιογραφίας "Ο Καβάφης και η εποχή του" και της μυθιστορηματικής τριλογίας "Ακυβέρνητες Πολιτείες", που δίχασαν τους κριτικούς και λογοτεχνικούς κύκλους και προκάλεσαν ζυμώσεις στο χώρο της αριστερής διανόησης. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Στρατή Τσίρκα βλ. Προκοπάκη Χρύσα, "Στα ίχνη του Στρατή Τσίρκα· σχεδίασμα χρονολογίου", Αθήνα, Κέδρος, 1985· Παπαλέξης Ηρακλής, "Χρονολόγιο Στρατή Τσίρκα (1911-1980)", Διαβάζω τ. 171, 15/7/1987, σ.10-16, Ζήρας Αλέξης, "Τσίρκας Στρατής", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 9β, Αθήνα, Εκδοτική Α
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
Γιάννης Ρίτσος (1909-1990). Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά Λακωνίας, γιος του μεγαλοκτηματία Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας το γένος Βουζουναρά. Είχε τρία αδέρφια. Το 1919 αποφοίτησε από το Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς και το 1921 γράφτηκε στο Γυμνάσιο του Γυθείου. Την ίδια χρονιά πέθαναν ο αδερφός του Μανώλης και η μητέρα του. Το 1924 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στη Διάπλαση των Παίδων με το ψευδώνυμο Ιδανικόν Όραμα. Το 1925 ολοκλήρωσε και τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γύθειο και έφυγε με την αδερφή του Λούλα για την Αθήνα. Είχε προηγηθεί η οικονομική καταστροφή του πατέρα του και έτσι ο Ρίτσος εργάστηκε στην Αθήνα, αρχικά ως δακτυλογράφος και στη συνέχεια ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα. Το 1926 αρρώστησε από φυματίωση και επέστρεψε στη Μονεμβασιά ως το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, οπότε γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς να μπορέσει ποτέ να φοιτήσει. Υπήρξε βοηθός βιβλιοθηκάριου και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας. Το Γενάρη του 1927 νοσηλεύτηκε στην κλινική Παπαδημητρίου και λίγο αργότερα μπήκε στο σανατόριο Σωτηρία, όπου έμεινε τελικά για τρία χρόνια. Στη Σωτηρία ο Ρίτσος γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη και με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του, ενώ παράλληλα έγραψε κάποια ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν στο φιλολογικό παράρτημα της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας. Από το φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο έζησε στα Χανιά, αρχικά στο Άσυλο Φυματικών της Καψαλώνας και μετά από προσωπική του καταγγελία των άθλιων συνθηκών ζωής που επικρατούσαν εκεί σε τοπική εφημερίδα, μεταφέρθηκε μαζί με όλους τους τρόφιμους στο σανατόριο Άγιος Ιωάννης. Τον Οκτώβρη του 1931 επέστρεψε στην Αθήνα και ανέλαβε τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης. Εκεί σκηνοθέτησε και συμμετείχε σε παραστάσεις. Η υγεία του βελτιώθηκε σταδιακά, το ίδιο και τα οικονομικά του με τη βοήθεια της αδερφής του Λούλας, που είχε στο μεταξύ παντρευτεί και φύγει για την Αμερική. Τον επόμενο χρόνο ο πατέρας του μπήκε στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί (όπου πέθανε το 1938) · πέντε χρόνια αργότερα τον ακολούθησε η Λούλα, που βγήκε το 1939. Το 1933 συνεργάστηκε με το περιοδικό της Αριστεράς Πρωτοπόροι και δούλεψε στο εμπορικό θέατρο για τέσσερα χρόνια (θίασοι Ζωζώς Νταλμάς, Ριτσιάρδη, Μακέδου). Στο χώρο της δημοσιογραφίας εμφανίστηκε επίσης στις στήλες του Ριζοσπάστη -όπου δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή "Τρακτέρ" με το ψευδώνυμο Ι. Σοστίρ- και των Ελεύθερων Γραμμάτων (1945). Το 1934 προσλήφθηκε ως επιμελητής εκδόσεων του οίκου Γκοβόστη και γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε.. Το 1937 νοσηλεύτηκε στο σανατόριο της Πάρνηθας. Τον επόμενο χρόνο προσλήφθηκε στο Βασιλικό Θέατρο και το 1940 στη Λυρική Σκηνή. Κατά τη διάρκεια του ελληνογερμανικού πολέμου και της κατοχής ο Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετείχε στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ και αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα από έρανο όταν κινδύνεψε η ζωή του από τις κακουχίες. Στη διάρκεια των Δεκεμβριανών επισκεπτόταν συχνά την Καισαριανή, συναντήθηκε με τον Άρη Βελουχιώτη και συνεργάστηκε με το Λαϊκό Θέατρο Μακεδονίας. Το 1948 εξορίστηκε λόγω της αριστερής δράσης του στο Κοντοπούλι της Λήμνου, τον επόμενο χρόνο στη Μακρόνησο, το 1950-1951 στον Άη Στράτη. Το 1952 επέστρεψε στην Αθήνα και πολιτεύτηκε στην ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύτηκε την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία απέκτησε μια κόρη την Έρη. Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων και το 1959 επισκέφτηκε τη Ρουμανία. Το 1962 επισκέφτηκε ξανά τη Ρουμανία όπου συναντήθηκε με το Ναζίμ Χικμέτ και κατόπιν πήγε στην Τσεχία και τη Σλοβακία, όπου ολοκλήρωσε την Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών, την Ουγγαρία και τη Λ. Δ. της Γερμανίας. Το 1964 συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές με την ΕΔΑ. Μετά το πραξικόπημα του Παπαδόπουλου το 1967 εξορίστηκε ξανά, αυτή τη φορά στη Γυάρο και τη Λέρο, το 1968 στη Σάμο, όπου τέθηκε υπό κατ΄ οίκον περιορισμό στο σπίτι της γυναίκας του για λόγους υγείας. Το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα, μετά όμως από άρνησή του να συμβιβαστεί με το καθεστώς του Παπαδόπουλου εξορίστηκε εκ νέου στη Σάμο ως το τέλος του
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1930. Μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για πρώτη φορά ασχολήθηκε με το παιδικό βιβλίο το 1966 και έκτοτε είναι αφοσιωμένη στο λογοτεχνικό αυτό είδος, με έντονη παρουσία σε όλες τις εκδηλώσεις (σχολεία, συλλόγους γονέων, δήμους, βιβλιοθήκες κτλ.) που γίνονται για το παιδί και το παιδικό βιβλίο όχι μόνο στην Αθήνα αλλά σε όλη την Ελλάδα. Έχει βραβευτεί από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και το Υπουργείο Παιδείας για τα αναγνωστικά που έγραψε για τα παιδιά του δημοτικού σχολείου. Μετέφρασε και διασκεύασε στα ελληνικά πολλά ξένα βιβλία και συνεργάστηκε με την ελληνική ραδιοφωνία, την τηλεόραση, τα περιοδικά "Ερυθρός Σταυρός", "Συνεργασία", "Το Ρόδι" κ.ά. Έργα της (σκετς και λοιπά θεατρικά) παίζονται στα σχολεία. Είναι πρόεδρος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και μέλος α) της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, β) του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, γ) της Λέσχης Μελέτης και Έρευνας της Παιδικής Λογοτεχνίας Διαδρομές (και υπεύθυνη ύλης του ομώνυμου περιοδικού). Το βιβλίο της "Η Ελλάδα κι εμείς" αναγράφηκε στον Τιμητικό Πίνακα (1968) της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ). Το βιβλίο της "Φιλενάδα, Φουντουκιά μου" κέρδισε έναν από τους τρεις επαίνους του Διεθνούς Βραβείου Παιδικής Λογοτεχνίας Janusz Korczak (1985) στην Πολωνία. Προτάθηκε για το σύνολο του έργου της από τον κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για το Βραβείο Άντερσεν το 1990. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Βιβλίου Γνώσεων 1998 για το έργο της "Κόρινθος".
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1867 από Ζακυνθινό πατέρα και από μητέρα Φαναριώτισσα. Η οικογένειά του εγκαταλείπει την Πόλη, όταν ο Γρηγόριος ήταν έντεκα μηνών και εγκαθίσταται στη Ζάκυνθο. Έτσι, τον κόσμο τον πρωτογνώρισε στο μαγευτικό αυτό νησί της Επτανήσου. Η γραφικότητα του τόπου, η πανώρια φύση με τις μοναδικές της ομορφιές, ο λαός της Ζακύνθου με τα ήθη και τα έθιμά του, η ιστορία και γενικά η επτανησιακή κουλτούρα, διαπλάθουν και επηρεάζουν βαθιά την ψυχή του. Ζυμώνεται με τους Ζακυνθινούς και όλα τα ερμηνεύει με την ιδιοσυγκρασία που κουβαλάει από το νησί του. Μετά το γυμνάσιο ο Ξενόπουλος παρακολουθεί μαθήματα φυσικομαθηματικών στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Όμως, η λογοτεχνία και η δημοσιογραφία τον αποσπούν οριστικά. Συνεργάζεται με όλες σχεδόν τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής του. Το 1890 ο Γεώργιος Δροσίνης του προτείνει και αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στην Εστία. Το 1896 ο ιδιοκτήτης του παιδικού περιοδικού «Διάπλασις των παίδων» Νικόλαος Παπαδόπουλος τον παίρνει αρχισυντάκτη και αργότερα του αναθέτει τη διεύθυνση του περιοδικού. Στη "Διάπλαση των Παίδων" η αγάπη του για το ελληνόπουλο τον οδήγησε να γράψει χιλιάδες "αθηναϊκές επιστολές", στις οποίες μιλούσε για διάφορα θέματα. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγινε ο δάσκαλος και μερίμνησε συστηματικά για το παιδί - αναγνώστη, για το παιδί που χρειάζεται αγωγή και παιδεία. Διακατέχεται από μια έμφυτη παιδαγωγική κλίση που την συνθέτουν η συμπάθεια και το ενδιαφέρον του για το παιδί, η δίψα και η πίστη του για την μόρφωσή του. Η προσφορά του στο τρίπτυχο σπίτι - οικογένεια - παιδί αρχίζει αμέσως μετά που αναλαμβάνει τη διεύθυνση του περιοδικού. Για πέντε περίπου δεκαετίες προσφέρει ένα αξιόλογο παιδαγωγικό και μορφωτικό έργο. Βοηθάει το παιδί - αναγνώστη να ανακαλύψει μόνο του το αντικείμενο της γνώσης και να αγκαλιάσει τη φύση, τις αξίες και τους συνανθρώπους του. Παίρνει στα χέρια του μια τεράστιας σημασίας εξουσία, τη διαπλαστική. Η προσφορά του αυτή δεν κατευθύνεται από κάποιο συγκεκριμένο και οργανωμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, αλλά κυρίως από το ένστικτό του και από την αγάπη του για το παιδί. Συνειδητά, όμως, «Ο Φαίδωνας» εργάστηκε για τη δημιουργία μιας παιδικής λογοτεχνικής γλώσσας - μιας γλώσσας ζωντανής - που θα άγγιζε τις τρυφερές ψυχές των παιδιών και που θα μάθαιναν έτσι χωρίς βιβλία και χωρίς δασκάλους. Πετυχαίνει, έτσι, ένα θερμό δόσιμο με τον αναγνώστη και μια απελευθερωτική και θετική στάση που μορφώνει και συγχρόνως δεν σκλαβώνει. "Η αδελφούλα μου" είναι το πρώτο παιδικό μυθιστόρημα που γράφει στη δημοτική γλώσσα. Αν και είναι επηρεασμένος από τις ευρωπαϊκές πολιτιστικές ανακατατάξεις, δεν περιορίζεται μέσα στα πλαίσια του ηθογραφικού μυθιστορήματος, αλλά προχωράει και ασχολείται με την περιγραφή των ψυχικών ικανοτήτων των ηρώων του. Γίνεται ένας ψυχογράφος που τηρεί όμως αυστηρά την αντικειμενικότητά του. Μόνο όταν περιγράφει Ζακυνθινά τοπία και αρχίζουν να αναδύονται μέσα από αυτά οι μνήμες των παιδικών του χρόνων, εκφράζει υποκειμενικά συναισθήματα. Ο ρεαλισμός του 1900 ήταν εκείνο που ζητούσαν οι πολλοί και εκείνο που μπορούσε να ενώσει την απόσταση ανάμεσα στους πολλούς και στη νέα, στην αδιαμόρφωτη ακόμα ελληνική πεζογραφία. Με τα μυστικά της ρεαλιστικής σχολής η αφήγησή του έστρωνε πιο άνετα. Ο Ξενόπουλος βέβαια είχε έμφυτη αφηγηματική ευκολία, καλαισθησία, γλώσσα γλαφυρή, απλή, ρέουσα, έτσι που άρεσε σε όλους. Δεν υπήρξε ποτέ ανιαρός και κουραστικός. Στάθηκε ένας γλωσσοπλάστης - ένας ακούραστος δημιουργός του Λόγου είτε έγραφε για εφημερίδα ή για περιοδικό ή θέατρο ή μυθιστόρημα ή διήγημα ή παιδικό ανάγνωσμα, δοκίμιο ή ποίηση. Τα έργα του έχουν πλούτο, φυσικούς διαλόγους, οξύτητα παρατήρησης και άψογη τεχνική. Το περιβάλλον των μυθιστορημάτων του Ξενόπουλου είναι πότε η Αθήνα και πότε η Ζάκυνθος. Ο συγγραφέας θέλει να μας περιγράψει την ελληνική κοινωνία της εποχής του. Αυτό όμως δεν είναι κανόνας. Σε αρκετά έργα του περιγράφονται και ζωντανεύουν παλαιότερες κοινωνίες κυρίως της Ζακύνθου. Σε χρόνια ακμής, δύναμης, μεγαλείου, πλούτου και πολιτισμού, αναζήτησε και βρήκε πλούσιο και άφθονο υλικό που το εκμεταλλεύτηκε κατ
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
Γεννημένος στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1895, ο Κόντογλου αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους και πνευματικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα. Νέος ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπου γνώρισε και σπούδασε τη "δυτική" λεγόμενη ζωγραφική, αλλά τελικά αφιερώθηκε στη βυζαντινή τέχνη και ιδιαίτερα στην αγιογραφία, που γνώρισε σε βάθος όταν επισκέφθηκε το 1923 το Άγιον Όρος. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στη συνοικία Κυπριάδη, σε ένα σπίτι που διατηρείται σήμερα ως μνημείο από την κόρη του και το γαμπρό του. Φιλοτέχνησε πολλούς φορητούς πίνακες, εικονογράφησε εκκλησίες της Αθήνας, που σήμερα θεωρούνται μνημεία βυζαντινής αγιογράφησης, συντήρησε τις τοιχογραφίες του Μυστρά. Για το σύνολο της προσφοράς του βραβεύτηκε από το κράτος και την Ακαδημία Αθηνών. Πέθανε το 1965 στην Αθήνα.
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
O Aνδρέας Kαρκαβίτσας (1865-1922), κύριος εκπρόσωπος του ηθογραφικού διηγήματος, μετά τον Παπαδιαμάντη, γεννήθηκε στα Λεχαινά Hλείας. Ήταν πρωτότοκος γιος του Δημητρίου Καρκαβίτσα και της Άννας το γένος Σκαλτσά. Είχε τέσσερις αδερφούς και τέσσερις αδερφές. Τα πρώτα γράμματα έμαθε στη γενέτειρά του και δεκατριών χρόνων πήγε στην Πάτρα για γυμνασιακές σπουδές. Στην Πάτρα μελέτησε ελληνική μυθολογία και ελληνική λογοτεχνία, κυρίως τους Επτανήσιους και τους πεζογράφους της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής. Την περίοδο αυτή χρονολογείται ο άτυχος έρωτάς του για την Ιολάνθη Βασιλειάδη, από τη μορφή της οποίας θεωρείται πως εμπνεύστηκε για την ηρωίδα της "Λυγερής" (1896). Το 1883 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από οπού αποφοίτησε πέντε χρόνια αργότερα. Στην Αθήνα σχετίστηκε με τον Κωστή Παλαμά, τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Η προκήρυξη του διαγωνισμού διηγήματος της "Εστίας" τον ώθησε στο χώρο της ηθογραφίας και ταξίδεψε σε χωριά της Ρούμελης για να συλλέξει λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε στα πρώτα έργα του. Το 1889 στρατεύτηκε και κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Μεσολόγγι γνώρισε τις άθλιες συνθήκες ζωής της ελληνικής υπαίθρου. Τις εντυπώσεις του κατέγραψε σε μια σειρά οδοιπορικών σημειώσεων, που αξιοποίησε στη νουβέλα του "Ο ζητιάνος" το 1897. Υπηρέτησε επίσης ως έφεδρος δόκιμος γιατρός και το 1891 μετά τη λήξη της στρατιωτικής του θητείας διορίστηκε υγειονομικός γιατρός στο ατμόπλοιο "Αθήναι", με το οποίο ταξίδεψε στη Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα, τα παράλια της Μικράς Ασίας και τον Ελλήσποντο. Οι εμπειρίες του από την περίοδο αυτή της ζωής του περιέχονται στο ταξιδιωτικό ημερολόγιο "Σ΄ Ανατολή και Δύση" και αξιοποιήθηκαν στη συλλογή διηγημάτων "Λόγια της πλώρης" (1899). Από τον Αύγουστο του 1896 και ως το 1921 υπήρξε μόνιμος αξιωματικός του ελληνικού στρατού φθάνοντας ως το βαθμό του γενικού αρχίατρου. Από τη θέση αυτή συνέχισε να ταξιδεύει με συνεχείς μεταθέσεις που επιδίωξε ο ίδιος (την έντονη αυτή επιθυμία του για τα ταξίδια ονόμαζε ο ίδιος "αειφυγία"). Υπήρξε μέλος της Εθνικής Εταιρίας που προωθούσε τη Μεγάλη Ιδέα και η ήττα του 1897 στάθηκε για τον Καρκαβίτσα πολύ μεγάλη απογοήτευση. Μέλος του Στρατιωτικού Συνδέσμου το 1909, συμμετείχε στο κίνημα στο Γουδί, στράφηκε όμως στη συνέχεια εναντίον του Βενιζέλου. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους ως στρατιωτικός γιατρός και το 1916 αντιτάχτηκε στο κίνημα Εθνικής Αμύνης με αποτέλεσμα να τεθεί σε περιορισμό και να εξοριστεί στη συνέχεια στη Μυτιλήνη. Στο στράτευμα επανήλθε το 1920 και αποστρατεύτηκε δυο χρόνια αργότερα με δική του αίτηση. Οι κακουχίες της εξορίας συνέβαλαν στον κλονισμό της υγείας του και το 1922 πέθανε από φυματίωση του λάρυγγα. Σύντροφός του στα τελευταία χρόνια της ζωής του στάθηκε η Δέσποινα Σωτηρίου. Η πορεία του Ανδρέα Καρκαβίτσα στα γράμματα ξεκίνησε στο πλαίσιο της φθίνουσας περιόδου του Αθηναϊκού Ρομαντισμού. Από την περίοδο αυτή σώζονται χειρόγραφα από ποιητικά και πεζά έργα του στην καθαρεύουσα. Πολύ σύντομα όμως στράφηκε στη δημοτική και έγινε δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους, δημοσιεύοντας από το 1885 άρθρα ποικίλου περιεχομένου, διηγήματα και νουβέλες σε πολλά αθηναϊκά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Τις εκδόσεις των έργων του φρόντιζε ο ίδιος διορθώνοντας και συμπληρώνοντας τις αρχικές μορφές των κειμένων του. Το 1898 βραβεύτηκε στο διαγωνισμό της Εστίας για το διήγημα "Πάσχα στα πέλαγα" και το 1911 τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό. Γύρω στο 1905 η λογοτεχνική παραγωγή του παρουσίασε σημαντική κάμψη που διάρκεσε ως το τέλος της ζωής του με μοναδική εξαίρεση τη διετία 1918-1920, οπότε ξεκίνησε η ενασχόλησή του με τη συγγραφή σχολικών αναγνωσμάτων σε συνεργασία με τον Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ. Πριν το θάνατό του εξέδωσε δυο ακόμη συλλογές παλιότερων διηγημάτων του με στρατιωτική θεματογραφία ("Διηγήματα για τα παλικάρια μας" και "Διηγήματα του γυλιού"), ενώ δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τον "Αρματωλό", μυθιστόρημα που είχε ξεκινήσει από το 1894. Στο λογοτεχνικό έργο του Καρκαβίτσα κυριαρχεί η δημοτική γλώσσα στη μετριοπαθή της έκφραση. Η συμβολή του συγγραφέα στο δημοτικιστ
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ (1919-2003). Ο Αντώνης Σαμαράκης του Ευριπίδη και της Ανδριανής γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου σπούδασε νομικά (1937-1941). Από το 1935 ως το 1963 εργάστηκε στο Υπουργείο Εργασίας, θέση από την οποία παραιτήθηκε με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά και στην οποία επέστρεψε το 1945. Συμμετείχε ως εκπρόσωπος της χώρας μας σε διεθνείς συναντήσεις για θέματα εργασιακά και μεταναστευτικά. Το 1963 παντρεύτηκε την Ελένη Κουρεμπανά. Την περίοδο 1968-1969 ηγήθηκε αποστολής εμπειρογνωμοσύνης στις χώρες της Αφρικής μετά από ανάθεση της Διεθνούς Ομάδας Εργασίας. Ως εκπρόσωπος της Ουνέσκο ταξίδεψε στην Αιθιοπία και δραστηριοποιήθηκε με άρθρα του για τη διεθνή κινητοποίηση υπέρ της επίλυσης των προβλημάτων των κατοίκων της χώρας. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ως ποιητής από τις στήλες των περιοδικών "Παιδικός κόσμος" και "Διάπλασις των Παίδων". Ακολούθησαν δημοσιεύσεις του στις σελίδες της "Νέας Εστίας" και άλλων περιοδικών, όπως το "Ξεκίνημα", και τα "Νεοελληνικά Γράμματα". Συνεργάστηκε επίσης με το περιοδικό "Ακτίνες" μετά τον πόλεμο του 1940. Το 1954 εκδόθηκε η πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Ζητείται ελπίς. Ακολούθησαν πέντε ακόμη βιβλία του, τα οποία γνώρισαν πολλές επανεκδόσεις και μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες. Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος (1962 για το "Αρνούμαι"), το Βραβείο των Δώδεκα - Έπαθλο Κώστα Ουράνη (1966 για "Το λάθος"), το Μέγα Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας στη Γαλλία (1970 για "Το λάθος"). Τιμήθηκε επίσης για τη συνολική προσφορά του από τη διοργάνωση Europalia (1982) και με το Σταυρό του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών (1995). Μετά τη μεταπολίτευση δημοσίευσε κείμενα κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Διηγήματά του έγιναν σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες. Ταινία έγινε επίσης "Το λάθος" από τον Peter Fleischmann. Η πεζογραφία του Αντώνη Σαμαράκη τοποθετείται στο χώρο της κοινωνικής καταγγελίας. Μέσα από τα έργα του προβάλλει έντονη η αγωνία για την πορεία του σύγχρονου κόσμου, η κοινωνική συνείδηση και η ανθρωπιστική κοσμοθεωρία του συγγραφέα. Η γλώσσα του είναι απλή, χωρίς επιτηδευμένο ύφος, ξεχωρίζει κυρίως για την πυκνότητα των νοημάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η ευρηματικότητα στην εξέλιξη και το τέλος της δράσης και η συχνή χρήση οπτικής χρήσης του λόγου (κείμενα δακτυλογραφημένα, σκίτσα, κ.α.). Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αντώνη Σαμαράκη βλ. Δασκαλόπουλος Δημήτρης "Αντώνης Σαμαράκης", στο "Η μεταπολεμική πεζογραφία · Από τον πόλεμο του ʼ40 ως τη δικτατορία του ʽ67", Ζ΄, σ.54-99. Αθήνα, Σοκόλης, 1988, Ζήρας Αλεξ., "Σαμαράκης Αντώνης", "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", 9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Παππάς Γιάννης Η., Σκιαθάς Αντώνης Δ., "Σχεδίασμα εργοβιογραφίας Αντώνη Σαμαράκη", Ελί-τροχος17-18 (Πάτρα), Χειμώνας - Άνοιξη 1999, σ.7-13.
Εργογραφία (πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις):
Ι. Διηγήματα
"Ζητείται ελπίς· διηγήματα". Αθήνα, 1954.
"Αρνούμαι". Αθήνα, Φέξης, 1961.
"Το διαβατήριο". 1973.
"Η κόντρα· διηγήματα". Αθήνα, 1992.
ΙΙ.Μυθιστορήματα
"Σήμα κινδύνου· μυθιστόρημα". Αθήνα, 1959.
"Το λάθος· μυθιστόρημα"· Εξώφυλλο του χαράκτη Α.Τάσσου. Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1965.
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης (1867-1945) γεννήθηκε στη Ναύπακτο το 1867. Ο πατέρας του Οδυσσέας Βλάχος καταγόταν από γενιά αγωνιστών της Ρούμελης και η μητέρα του Αναστασία Γκιώνη από το Σούλι. Είχε τρεις αδερφούς και τέσσερις αδερφές. Οι αναμνήσεις του 1821 διατηρήθηκαν ζωντανές στη μνήμη του και διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητά του. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Ναύπακτο και για τα γυμνασιακά μαθήματα ταξίδεψε στη Ζάκυνθο, την Κόρινθο και την Πάτρα. Το 1886 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών στο τμήμα Φιλολογίας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του (τις οποίες δεν ολοκλήρωσε), εργαζόταν ως οικοδιδάσκαλος και ως διορθωτής στην Εφημερίδα του Κορομηλά. Αργότερα έγινε συντάκτης στην Εστία, ενώ παράλληλα με την οικονομική συνδρομή ομογενών (μεταξύ άλλων και του Εμμανουήλ Μπενάκη) περισυνέλεξε τεράστιο σε όγκο αρχειακό υλικό του 19ου αιώνα κυρίως σχετικό με τον Αγώνα και κατόρθωσε να εκδώσει ένα μέρος του, (όπως τα αρχεία του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη και του Σπυρομήλιου, το Χιακό αρχείο, το Αθηναϊκό αρχείο και τη βιογραφία του Καραϊσκάκη). Στην ολοκλήρωση της αρχειακής του έρευνας ο Βλαχογιάννης αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του και ταξίδεψε στην Αλεξάνδρεια και το Λονδίνο. Η εργασία του υπήρξε εξαιρετικά συστηματική και συνέβαλε αποφασιστικά στην καταγραφή της ελληνικής ιστορίας του περασμένου αιώνα. Το 1914 με δική του εισήγηση ιδρύθηκαν από τον Βενιζέλο τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, όπου διετέλεσε και πρώτος διευθυντής ως το 1937. Πέθανε το 1945 στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας τοποθετείται στα 1893 με το διήγημα Ο ξενιτεμένος και με τις Ιστορίες του Γιάννου Επαχτίτη, συλλογή τριών ηθογραφικών διγημάτων γραμμένων στη δημοτική. Έγινε γρήγορα δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους και επαινέθηκε από τον Κωστή Παλαμά. Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά (όπως τα Τέχνη, Ηγησώ, Μούσα), εφημερίδες (όπως οι Εστία, Αστραπή, Εφημερίς) και ημερολόγια της εποχής του. Οι οικονομικές δυσκολίες που τον συνόδευαν σʼ όλη τη ζωή του δεν του επέτρεψαν να εκδώσει παρά ένα μικρό μέρος του συνολικού έργου του. Εξέδωσε το περιοδικό Προπύλαια (έξι τεύχη από το 1901 ως το 1908), όπου δημοσίευσε ποιήματα, πεζογραφήματα και ιστορικές μελέτες. Με την ευκαιρία του εορτασμού των εκατό χρόνων από την ελληνική Ανεξαρτησία εξέδωσε με δικά του έξοδα τις συλλογές διηγημάτων Τα μεγάλα χρόνια (1930, πρώτη δημοσίευση του 1914) και Τα παλικάρια τα παλιά (1931). Στο σύνολο των γραπτών του περιλαμβάνονται ποιήματα, πεζογραφήματα, ιστορικές μελέτες, κριτικά δοκίμια, άρθρα, ακόμη και ένα μονόπρακτο έργο για το θέατρο (Χήρα μάνα). Ως λογοτέχνης είναι γνωστός κυρίως για την πεζογραφική παραγωγή του. Ο Βλαχογιάννης επιχείρησε να συνδυάσει ιστορικά (ηρωικής θεματικής) και ηθογραφικά στοιχεία με βασικό στόχο του να συμβάλει στον ορισμό της νεοελληνικής ταυτότητας και στην ψυχολογική σύνδεση των νεοελλήνων με το παρελθόν τους. Ιδιαίτερης σημασίας είναι επίσης οι ψυχογραφικές και συμβολικές διαστάσεις των έργων του. Γλώσσα των γραπτών του είναι η δημοτική την οποία υιοθέτησε εξαρχής, ακόμη και στις ιστορικές μελέτες του, δε συμμετείχε όμως στις γλωσσικές διαμάχες της εποχής του. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιάννη Βλαχογιάννη βλ. Παπακώστας Άγγελος, «Βλαχογιάννης Γιάννης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 4. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Πίστας Π.Σ., «Βλαχογιάννης Γιάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 και Σταυροπούλου Έρη, «Γιάννης Βλαχογιάννης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Η΄ (1880-1900), σ.342-344. Αθήνα, Σοκόλης, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883-1957). Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, πρωτότοκος γιος του εμποροκτηματία Μιχάλη Καζαντζάκη. Είχε δυο αδερφούς και μια αδερφή που πέθανε σε νηπιακή ηλικία. Τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια ως το 1902, οπότε τέλειωσε το Γυμνάσιο, τα πέρασε στο Ηράκλειο με ενδιάμεσα σύντομα διαστήματα παραμονής στον Πειραιά (το 1889 - έναρξη της Κρητικής Επανάστασης- για έξι μήνες) και τη Νάξο (1897-1899 - ο Καζαντζάκης φοίτησε στην εκεί Γαλλική Εμπορική Σχολή). Το 1902 έφυγε για την Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή, από όπου αποφοίτησε το 1906 με άριστα. Το 1906 σημειώθηκαν και οι πρώτες δημοσιεύσεις κειμένων του στο περιοδικό "Πινακοθήκη" με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβανή, με το οποίο εξέδωσε και το πρώτο βιβλίο του "Όφις και κρίνο", αφιερωμένο στη Γαλάτεια Αλεξίου. Τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Μασονική Στοά Αθηνών και έφυγε για σπουδές νομικής στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε και μαθήματα φιλοσοφίας με τον Ανρί Μπεργκσόν. Από το 1907 ως το 1909 έγραψε τα πρώτα θεατρικά του έργα (ανάμεσά τους τα "Ξημερώνει" [έπαινος στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα] , "Φασγά", "Ο πρωτομάστορας" [ βραβείο στο Λασσάνειο Δραματικό Αγώνα] ,το μυθιστόρημα "Σπασμένες ψυχές", καθώς επίσης μελετήματα και δοκίμια, όλα δημοσιευμένα σε περιοδικά της εποχής ("Νουμάς", "Παναθήναια"). Το 1909 εξέδωσε στο Ηράκλειο την εναίσιμη επί υφηγεσία διατριβή του με τίτλο "Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας". Το 1910 εγκαταστάθηκε με τη Γαλάτεια στην Αθήνα την οποία παντρεύτηκε τον επόμενο χρόνο στο Ηράκλειο και πήρε μέρος στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Ως το 1915 ασχολήθηκε με τη μετάφραση έργων των Μπεργκσόν, Πλάτωνα, Νίτσε, Μπύχνερ, Ντάρβιν και άλλων, στρατεύτηκε εθελοντικά στους βαλκανικούς πολέμους και υπηρέτησε στο γραφείο του Βενιζέλου, έγραψε πέντε αναγνωστικά για το δημοτικό σχολείο με τη Γαλάτεια Αλεξίου (η οποία και τα υπέγραφε) και γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό με τον οποίο ταξίδεψαν στο Άγιο Όρος. Το καλοκαίρι του 1907 προσπάθησε χωρίς επιτυχία να αξιοποιήσει ένα λιγνιτωρυχείο στη Μάνη μαζί με το μεταλλωρύχο Γιώργη Ζορμπά και το φθινόπωρο ταξίδεψε στην Ελβετία, όπου είχε ερωτικό δεσμό με την Ελένη Λαμπρίδου. Το 1919 ανέλαβε δράση υπέρ του επαναπατρισμού των Ελλήνων του Καυκάσου από τη θέση του γενικού διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως και συναντήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Παρίσι. Τα τρία επόμενα χρόνια ταξίδεψε ανά την Ευρώπη και την Ελλάδα. Πήρε μέρος στο Συνέδριο των Αναμορφωτών της Παιδείας στο Βερολίνο και στο Συνέδριο Σεξουαλικής Παιδαγωγικής στη Δρέσδη, μελέτησε έργα του Φρόυντ, γνωρίστηκε με το Λεό Σεστώβ και έγραψε την Ασκητική. Το 1924, επιστρέφοντας στην Ελλάδα ταξίδεψε στην Ιταλία και γνωρίστηκε στην Αθήνα με την Ελένη Σαμίου. Από τον Οκτώβριο του 1925 ως το Φεβρουάριο του 1926 έμεινε στη Ρωσία ως απεσταλμένος της εφημερίδας "Ελεύθερος Λόγος". Ακολούθησαν δυο ακόμη ταξίδια του στη Ρωσία, ένα στα τέλη του 1927 μετά από πρόσκληση της Σοβιετικής Κυβέρνησης και ένα από τον Απρίλη του 1928 ως τον Απρίλη του 1929, ενώ με τη δημοσιογραφική του ιδιότητα επισκέφτηκε επίσης την Ιταλία και την Ισπανία (1926, 1932-1933, 1936-1937, 1950), την Αίγυπτο και το Σινά (1927). Το 1926 πήρε διαζύγιο από τη Γαλάτεια και ταξίδεψε με την Ελένη στην Παλαιστίνη και την Κύπρο. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε στο περιοδικό "Αναγέννηση" το πρώτο δείγμα από την "Οδύσσεια", που ολοκλήρωσε σε πρώτη γραφή το 1927 στην Αίγινα και εξέδωσε μόλις το Δεκέμβρη του 1938, μετά από εφτά συνολικά γραφές. Το 1928 διώχτηκε δικαστικά με αφορμή τη διοργάνωση συγκέντρωσης για τη Σοβιετική Ένωση μαζί με τον ελληνορουμάνο συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι στο αθηναϊκό θέατρο Αλάμπρα και κατά τη διάρκεια του καλοκαιρινού ταξιδιού του στη Ρωσία συνέχισε να ασχολείται με τη συγγραφή. Τον ίδιο χρόνο έγινε γνωστός στη Γαλλία μέσα από ένα άρθρο του Ιστράτι στο περιοδικό "Monde" . Η σχέση του Καζαντζάκη με τον Ιστράτι διακόπηκε το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου στη Σοβιετική Ένωση.
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα