Εικόνες: ο κόσμος μας με τον φακό του Magnum
zoom in
Προσθήκη στα αγαπημένα

Εικόνες: ο κόσμος μας με τον φακό του Magnum

Ειδική έκδοση

Το πρακτορείο Magnum για τον φωτογραφικό κόσμο είναι ένας θρύλος. Το όνειρο των περισσότερων φωτογράφων που εργάζονται για τον Τύπο είναι να γίνουν κάποτε μέλη του. Τα σημαντικότερα γεγονότα του 20ου αιώνα κατεγράφησαν από τους φωτορεπόρτερ του, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τις δύο τάσεις που χαρακτηρίζουν τη φιλοσοφία της ομάδας. Από τη μια την καθαρή δημοσιογραφική προσέγγιση, που κατά την ίδρυσή του εκφράστηκε από τον διάσημο ρεπόρτερ Ρόμπερτ Κάπα και το ιδρυτικό μέλος Τζορτζ Ρότζερς, και από την άλλη την καλλιτεχνική διάσταση της φωτογραφίας, που αντιπροσώπευε ο μεγάλος φωτογράφος Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν. Εικόνες από τους πολέμους που διαμόρφωσαν τον σημερινό κόσμο και έμειναν αξέχαστες στους ανθρώπους υπήρξαν έργο των φωτογράφων του Magnum. Η αισθητική τους επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη δημοσιογραφική φωτογραφία, αλλά και την άποψη του κοινού γενικότερα για αυτό που θεωρείται φωτογραφία ποιότητας. [...] Στην ομάδα του Magnum, όπου συμμετέχουν φωτογράφοι από όλο τον κόσμο, συγκαταλέγονται και δύο Έλληνες. Ο Κωνσταντίνος Μάνος, γεννημένος στην Αμερική, κάτοικος Βοστώνης, μέλος του πρακτορείου από τη δεκαετία του ΄70, και ο Νίκος Οικονομόπουλος, που μερικά χρόνια τώρα είναι και αυτός πλήρες μέλος. "Το Βήμα" για να τιμήσει τα 60 χρόνια από την ίδρυση του Magnum, που αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από το πρακτορείο Apeiron, προχώρησε σε μια ειδική έκδοση που συνοψίζει την ιστορία των πρωταγωνιστών αυτής της περιπέτειας, είτε μπροστά είτε πίσω από τον φακό.
Robert Capa

Robert Capa (Φωτογράφος)

Ο Robert Capa (1913-1954) δεν σκόπευε να γίνει πολεμικός φωτογράφος, αλλά οι περιστάσεις της ζωής του ήταν αυτές που τον ώθησαν να γίνει. Γεννήθηκε με το όνομα Endre Erno Friedmann σε μια εβραϊκή οικογένεια της Βουδαπέστης. Το 1931, σε ηλικία 17 ετών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα, επειδή είχε συμμετάσχει σε διαδηλώσεις κατά του ουγγρικού καθεστώτος. Πηγαίνει στο Βερολίνο όπου θα δουλέψει στο σημαντικό βερολινέζικο πρακτορείο Dephot, σαν φωτογράφος (παρόλο που αυτό που ονειρευόταν ήταν να γίνει συγγραφέας). Ο διευθυντής του, Simon Guttmann, αναγνωρίζει αμέσως το ταλέντο του και τον στέλνει να φωτογραφίσει τον Τρότσκι κατά τη διάρκεια μιας διάλεξης στην Κοπεγχάγη. Το 1933, με τον Χίτλερ στην εξουσία, ο Endre αναγκάζεται για μια ακόμα φορά να φύγει. Θα εγκατασταθεί στο Παρίσι, με την ελπίδα να κερδίσει τα προς το ζην σαν φωτορεπόρτερ. Τον πρώτο καιρό όμως γνωρίζει τι σημαίνει πείνα, δυστυχία και ξενοφοβία, που μετριάζονται μόνο μέσα από τις νέες φιλίες. Ανάμεσα σ΄ αυτές, ο Henri Cartier-Bresson και ο David Seymour -περισσότερο γνωστός σαν "Chim"- με τους οποίους αργότερα θα ιδρύσει το Magnum Photos (το 1947, μαζί με τους William Vandivert και George Rodger). Αυτή την περίοδο γνωρίζει, επίσης, τη νεαρή γερμανίδα πρόσφυγα Gerda Taro, η οποία θα γίνει η σύντροφος και μάνατζέρ του. Μαζί θα "ανακαλύψουν" την ταυτότητα του φωτογράφου Robert Capa -διαλέγουν το όνομα επειδή προφέρεται εύκολα, ακούγεται σαν αμερικανικό και παρηχεί το όνομα του σκηνοθέτη Frank Capra- και θα φύγουν για την Ισπανία, για να καλύψουν τα επεισόδια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Ο Robert Capa γίνεται ήδη διάσημος σ΄όλο τον κόσμο, το 1936, με την εμβληματική φωτογραφία ενός στρατιώτη των δημοκρατικών που πέφτει χτυπημένος από σφαίρα, φωτογραφημένος τη στιγμή ακριβώς που εκτινάσσεται στον αέρα· τον Ιούλιο του επόμενου χρόνου όμως η Gerda Taro σκοτώνεται, ενώ φωτογραφίζει την υποχώρηση στη μάχη του Brunete. Ο Capa ποτέ δεν ξεπέρασε εντελώς αυτή την απώλεια. Τα επόμενα χρόνια θα συνεχίσει να φωτογραφίζει τις μεγάλες συγκρούσεις, καλύπτοντας την κινεζική αντίσταση στην ιαπωνική εισβολή του 1938, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ευρώπη (1941-1945), τον πρώτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο (1948) και τον πόλεμο της Ινδοκίνας (1954), στον οποίο θα χάσει τη ζωή του, σε ηλικία 40 ετών, με τη φωτογραφική μηχανή πάντα στο χέρι, ενώ βρίσκεται σε αποστολή του "Time/Life", πατώντας πάνω σε μια νάρκη. Σύμβολο όλων των φωτορεπόρτερ που διακινδύνευσαν τη ζωή τους για το επάγγελμά τους, ο Capa είχε τον τρόπο να συνθέτει εικόνες με ασύγκριτη γλυκύτητα, ιστορικές τοιχογραφίες ποτισμένες με πινελιές ανθρωπιάς. Ήξερε τον τρόπο να ανακαλύπτει στα πρόσωπα του κόσμου την αποκαλυπτική εκείνη στιγμή, όταν ο πόνος αμβλύνεται από την ελπίδα. Για να διαφυλάξει τη μνήμη και το πνεύμα του έργου του, ως ανθρώπινου ντοκουμέντου -καθώς και του έργου των πρόωρα χαμένων συναδέλφων του Werner Bischof, David "Chim" Seymour και Dan Weiner- ο νεώτερος αδελφός του Cornell Capa ίδρυσε το 1966 το International Fund for Concerned Photography και αργότερα, το 1974, το International Center of Photography ("Διεθνές Κέντρο Φωτογραφίας"), στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, στο οποίο φιλοξενείται μόνιμη έκθεση των φωτογραφιών του.

Νίκος Οικονομόπουλος

Νίκος Οικονομόπουλος (Φωτογράφος)

Ο Νίκος Οικονομόπουλος γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1953. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε περιοδικά για πολλά χρόνια. Άρχισε να φωτογραφίζει το 1979 και έως το 1988 ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία. Τη χρονιά εκείνη παραιτήθηκε από την εφημερίδα όπου εργαζόταν για να αφιερώσει όλο του το χρόνο στη φωτογραφία. Τα επόμενα δύο χρόνια ταξιδεύει και φωτογραφίζει στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Το 1990 ψηφίζεται δόκιμο μέλος του MAGNUM και οι φωτογραφίες του αρχίζουν να δημοσιεύονται σε εφημερίδες και περιοδικά σε ολόκληρο τον κόσμο. Την ίδια χρονιά αρχίζει να φωτογραφίζει στις υπόλοιπες Βαλκανικές χώρες. Για τη δουλειά αυτή βραβεύεται το 1992 με το "Mother Jones Award" (Σαν Φρανσίσκο). Το 1994 ψηφίζεται μόνιμο μέλος του MAGNUM και ολοκληρώνει τη δουλειά του στα Βαλκάνια. Φωτογραφίζει επίσης του τσιγγάνους στην Ελλάδα, στα πλαίσια ενός πανευρωπαϊκού project για τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό που του ανατέθηκε από τη γαλλική φιλανθρωπική οργάνωση "Les petits freres des Pauvres". Το 1995 εκδίδεται το βιβλίο του "In the Balkans" στη Νέα Υόρκη και στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια των ετών 1995-96 του ανατίθεται να φωτογραφίσει τους λιγνιτωρύχους στην Ελλάδα, τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη και την πόλη του Τόκιο. Επίσης, φωτογραφίζει στο Ισραήλ, στη Μολδαβία, στα Αραβικά Εμιράτα, στην Ισπανία, στη Σερβία. Το 1997-98 φωτογραφίζει τους κατοίκους της πράσινης γραμμής στην Κύπρο, τους λαθρομετανάστες στην Ελληνοαλβανική μεθόριο, τους νέους στην Ιαπωνία. Φωτογραφίζει στη FYROM, στην Αλβανία, στην Ίμβρο, στην Κορσική, στην Ελληνοτουρκική μεθόριο, ενώ ξεκινάει το νέο το μακροχρόνιο project σχετικά με την Ελληνική διασπορά σʼ ολόκληρο τον κόσμο. Το 1999-2000 καλύπτει τη μαζική φυγή των Αλβανών από το Κόσοβο και φωτογραφίζει στην Τσεχία, τη Γαλλία, τη Σκοτία και την Κωνσταντινούπολη. Το 2000 ολοκληρώνει το project για ένα βιβλίο, για το οποίο φωτογράφισε περίπου 70 αφηγητές/παραμυθάδες σε 25 νησιά του Αιγαίου. Παράλληλα ξεκινά ξανά να φωτογραφίζει στην Τουρκία προκειμένου να ολοκληρώσει ένα μακροχρόνιο προσωπικό έργο για τη χώρα. Οι φωτογραφίες του Νίκου Οικονομόπουλου έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά, μεταξύ των οποίων "The New York Times", "The Independent", "Die Zeit", "El Pais", "Liberation", "Le Monde", "De Morgen", "The Guardian", "The Observer", ενώ έχουν εκτεθεί στις Η.Π.Α., στο Μεξικό, στη Γαλλία, στην Ιαπωνία, στη Σουηδία, στη Δανία, στην Ιταλία, στο Βέλγιο, στην Ισπανία, στην Ελλάδα κ.λπ.

Abbas

Abbas (Φωτογράφος)

Γεννημένος φωτογράφος, ο ιρανός Abbas μένει μόνιμα στο Παρίσι. Ξεκίνησε την καριέρα του το 1970, δημοσιεύοντας σε διεθνή περιοδικά εικόνες των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων σε περιοχές όπως η Μπιάφρα, το Μπαγκλαντές, το Βιετνάμ, η Μέση Ανατολή, η Χιλή, η Νότια Αφρική -με ένα σημαντικό άρθρο για το απαρτχάιντ. Μεταξύ 1978 και 1980 κάλυψε την ιρανική επανάσταση. Επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του το 1997, μετά από δεκαεπτά χρόνια οικειοθελούς εξορίας. Το βιβλίο του "Iran Diary 1971-2002" αποτελεί μια κριτική ερμηνεία της ιστορίας του Ιράν μέσα από τις εικόνες και τις σελίδες του προσωπικού του ημερολογίου. Ανάμεσα στο 1983 και το 1986 επισκέπτεται το Μεξικό, όπου φωτογραφίζει τη χώρα με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο γράφει ένα μυθιστόρημα. Μια έκθεση και ένα βιβλίο, "Return to Mexico: Journeys Beyond the Mask" με μερικά αποσπάσματα από το ταξιδιωτικό ημερολόγιό του, τον βοηθούν να καθορίσει το προσωπικό του στυλ και το φωτογραφικό του λεξιλόγιο. Ανάμεσα στο 1987 και το 1994, από το Xinjiang στο Maghreb, φωτογραφίζει τον ισλαμικό κόσμο σε μια στιγμή μεγάλης εξάπλωσης. Νιώθοντας την επιθυμία να κατανοήσει τις εσωτερικές εντάσεις που ταράσσουν τις μουσουλμανικές κοινωνίες, το βιβλίο του "Allah O Akbar, ταξίδι στα Ισλάμ του κόσμου" παρουσιάζει τις αντιθέσεις μιας ιδεολογίας που εμπνέεται από το μυθικό της παρελθόν και προσβλέπει στον εκσυγχρονισμό και τη δημοκρατία. Από το 1995 ως το 2000 διασχίζει τις περιοχές του χριστιανισμού, ακριβώς όταν το έτος 2000 επιβάλλει στο παγκόσμιο ημερολόγιο τη θρησκεία αυτή ως σύμβολο ισχύος της Δύσης. Το βιβλίο του "Voyage en Chretientes" και η περιοδεύουσα έκθεσή του, εξερευνούν τον χριστιανισμό όχι μόνο ως τελετουργικό αλλά και ως πολιτικό και πνευματικό φαινόμενο. Από το 2000 μέχρι το 2002 ο Abbas φωτογραφίζει τον παγανισμό στις παραδοσιακές κοινωνίες κι εκείνο που ξαναγεννιέται μέσα από μια σειρά από νέες αιρέσεις, οι οποίες περιγράφονται από τον ίδιο τον Abbas ως νεοπαγανιστικές. Σήμερα, συνεχίζει να εργάζεται πάνω στην έρευνα των θρησκειών, βασισμένος κυρίως στα πολιτιστικά και όχι στα δογματικά στοιχεία τους. Είναι μέλος του Magnum Photos από το 1981.

Raymond Depardon (Φωτογράφος)

Γάλλος φωτογράφος, δημοσιογράφος και κινηματογραφιστής (γεν. Villefranche- sur- Saone, Rhone, 1942), πλήρες μέλος του πρακτορείου Magnum Photos από το 1979.

Peter Marlow (Φωτογράφος)


Susan Meiselas

Susan Meiselas (Φωτογράφος)

Γεννημένη στη Βαλτιμόρη, στο Μέριλαντ των Ηνωμένων Πολιτειών, το 1948, η Susan Meiselas πήρε το 1971 το master της στην παιδαγωγική από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Τον ίδιο χρόνο γίνεται βοηθός του Frederick Wiseman για τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ "Basic Training". Τα έτη 1972-1974 λαμβάνει μέρος σε μια σειρά από εργαστήρια (workshops) για καθηγητές και παιδιά στη συνοικία του South Bronx, στη Νέα Υόρκη. Με τη βοήθεια υποτροφιών, κυρίως των Art Commissions της Νότιας Καρολίνας και του Μισισιπή, δημιουργεί παιδαγωγικά προγράμματα για τη φωτογραφία στα σχολεία των αγροτικών περιοχών. Η ανάπτυξη ιδεών και ερμηνευτικών φίλτρων της πραγματικότητας, η προφορική ιστορία και η φωτογραφική τεκμηρίωση, αποτελούν τα θέματα γύρω από τα οποία περιστρέφονται όλα τα έργα της. Μ΄ αυτό τον τρόπο γεννιέται το "Learn to See", που δημιούργησε σαν σύμβουλος της Polaroid, και το "A Photographic Genealogy". Το 1976 περνάει στο Magnum Photos, χάρη στην εργασία της "Carnival Strippers". Στη συνέχεια ξεκινάει για τη Νικαράγουα όπου φθάνει λίγο πριν ξεσπάσουν οι συγκρούσεις ανάμεσα στους Σαντινίστας και την εθνοφρουρά του Σομόζα. Με θάρρος και συμμετοχή αποτυπώνει τις διάφορες φάσεις της εξέγερσης και οι εικόνες της κερδίζουν το Χρυσό Μετάλλιο με το όνομα του Robert Capa για το "απίστευτο θάρρος και την αποτύπωση". Η Κεντρική Αμερική θα παραμείνει για πολλά χρόνια ένα από τα νευραλγικά κέντρα της ζωής και της εργασίας της. Το 1982 τιμάται με το βραβείο Leica of Excellence, ως η καλύτερη φωτορεπόρτερ της χρονιάς. Το 1992 κερδίζει το McArthur Fellowship και το 1994 το βραβείο της Hasselblad Foundation. Οι φωτογραφίες της δημοσιεύτηκαν στα μεγαλύτερα διεθνή περιοδικά και παρουσιάστηκαν σε μια σειρά από εκθέσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα γνωστότερα βιβλία της είναι: "Learn to See" (1975), "Carnival Strippers" (1976), "Nicaragua" (1981), "El Salvador: The Work of 30 Photographers" (1983), "Chile from Within" (1981), "Kurdistan. In the Shadow of History" (1997), "Pandora΄s Box" (2002), "Encounters with the Dani" (2003). Επίσης, συν-σκηνοθέτησε τα ντοκιμαντέρ: "Living at Risk: The Story of a Nicaragua Family" (1986) και "Pictures from a Revolution" (1991) -μαζί με τους Richard P. Rogers και Alfred Guzzetti.

Werner Bischof

Werner Bischof (Φωτογράφος)

Ο φωτογράφος Werner Bischof (1916-1954) γεννήθηκε στη Ζυρίχη. Αρχικά ήθελε να γίνει ζωγράφος, ακολουθώντας όμως τις υποδείξεις του πατέρα του, ο οποίος επιθυμούσε γι΄ αυτόν μια πιο τεχνική κατάρτιση, γράφτηκε στη θρυλική Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών της Ζυρίχης, όπου σπούδασε, μεταξύ άλλων, και φωτογραφία μένοντας "γοητευμένος από τις απεριόριστες, εκφραστικές δυνατότητές της". Γρήγορα έγινε γνωστός ως φωτογράφος και ως διαφημιστικός σχεδιαστής, αρχίζοντας να δημοσιεύει το 1942, για το περιοδικό "Du" τους πειραματισμούς του με το φως. Σε συνεργασία με την Schweizer Spende, μια ελβετική οργάνωση βοήθειας για πληθυσμούς που υπέφεραν από τον πόλεμο, ο Bischof αρχίζει το 1945 ένα ταξίδι στην Ευρώπη, που θα τον οδηγήσει αρχικά στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ολλανδία και στη συνέχεια στην Ιταλία, την Ελλάδα, την Ουγγαρία, την Πολωνία, τη Φινλανδία και την Αγγλία. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ιταλία γνωρίζει την Rosellina Mandel, την οποία θα παντρευτεί το 1949. Ένα χρόνο αργότερα θα γεννηθεί ο πρωτότοκος γιος του, Marco. Την ίδια περίοδο εργάζεται για τα έντυπα "Picture Post", "Illustrated", "Epoca", "The Observer" και γίνεται μέλος της Magnum Photos. Βρίσκεται στην Ινδία, το 1951, όταν δέχεται την ανάθεση για ένα ρεπορτάζ στην Κορέα. Θα την επισκεφθεί τρεις φορές, ξεκινώντας από το Τόκιο, που θα είναι η επιχειρησιακή του βάση. Είναι όμως η Ιαπωνία αυτή που θα αποτελέσει γι΄ αυτόν μια πραγματική αποκάλυψη, όπως φαίνεται από το βιβλίο του "Ιαπωνία", που δημοσιεύτηκε το 1954. Το 1952 βρίσκεται στην Ινδοκίνα όπου εργάζεται για το "Paris Match" για το οποίο πρέπει να τραβήξει "ηρωικά" πορτραίτα των γαλλικών στρατευμάτων. Θα αναλάβει αυτό το έργο, αλλά οι ωραιότερες εικόνες θα είναι αυτές που θα τραβήξει εκτός εργασίας, σε ένα μικρό χωριό, με το όνομα Barau. Όταν επιστρέφει στη Ζυρίχη, νιώθει άμεσα την ανάγκη να αρχίσει πάλι τα ταξίδια. Το όνειρό του τώρα είναι η Νότια Αμερική. Το Σεπτέμβριο του 1953 βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, αναζητώντας χρηματοδοτήσεις για ένα ταξίδι στο Περού: θέλει να "πλησιάσει τα βουνά, τη ζούγκλα και τους άγνωστους πληθυσμούς τους". Στις 16 Μαΐου 1954 ο Bischof σκοτώνεται, μαζί με δύο συνοδούς του, πέφτοντας με το αυτοκίνητό του σε ένα φαράγγι των Άνδεων. Εννέα ημέρες αργότερα, η Rosellina θα γεννήσει το δεύτερο γιο της, Daniel. Είναι η ίδια ημέρα που ο Robert Capa πεθαίνει στην Ινδοκίνα, πατώντας μια νάρκη.

Rene Burri

Rene Burri (Φωτογράφος)

Ο Ρενέ Μπουρί γεννήθηκε στη Ζυρίχη το 1933. Σπούδασε σύνθεση, σχέδιο και ζωγραφική στο Ινστιτούτο Τέχνης της Ζυρίχης. Κατά την περίοδο 1953-55 εργάστηκε σαν σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ και άρχισε να χρησιμοποιεί μια Leica κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας. Το 1955 έρχεται σε επαφή με το πρακτορείο Magnum μέσω του Werner Bischof και το πρώτο του ρεπορτάζ για τα κωφάλαλα παιδιά δημοσιεύεται από το "Life" και από άλλα ευρωπαϊκά περιοδικά. Ταξιδεύει στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή για μια σειρά από ρεπορτάζ για λογαριασμό του Magnum Photos, στην Ιταλία, Τσεχοσλοβακία, Τουρκία, Αίγυπτο, Συρία, Ιράκ, Ελλάδα, Λατινική Αμερική, και δημοσιεύει φωτογραφίες του σε περιοδικά όπως τα "Life", "Look", "Stern", "Paris Match", "Epoca", "Du", κ.ά. Μεταξύ 1962-1963 πραγματοποιεί μεγάλα ρεπορτάζ και φωτογραφίζει καλλιτέχνες όπως οι Πικάσο, Giacometti και Le Corbusier, ενώ η επίσκεψή του στην Κούβα, το 1963, οδηγεί σε μερικά διάσημα, σήμερα, πορτρέτα του Φιντέλ Κάστρο και του νεαρού τότε Τσε Γκεβάρα. Τη δεκαετία του ΄60 και του ΄70 εργάζεται σαν ρεπόρτερ στις εμπόλεμες περιοχές της Αιγύπτου, του Ισραήλ, του Βιετνάμ και της Βηρυτού. Το 1982 γίνεται πρόεδρος του πρακτορείου Magnum Photos και το 1991 ονομάζεται Ιππότης του Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών του Γαλλικού Κράτους. (φωτογραφία: Charles Roff)

Philippe Halsman

Philippe Halsman (Φωτογράφος)

Αμερικανός φωτογράφος, γεννημένος στη Ρίγα της Λετονίας (1906-1979). Έγινε κυρίως γνωστός για την ενασχόλησή του με τον σουρεαλισμό (με φωτογραφίες που τράβηξε σε συνεργασία με τον Σαλβατόρ Νταλί), και τα ευφάνταστα πορτρέτα προσωπικοτήτων όπως οι Salvador Dali, John F. Kennedy, Alfred Hitchcock, Judy Garland, Winston Churchill, Marilyn Monroe, Dorothy Dandridge, Pablo Picasso, κ.ά. Πολλές φωτογραφίες του εμφανίστηκαν στο εξώφυλλο των περιοδικών "Time" και "Life".

Steve McCurry

Steve McCurry (Φωτογράφος)

Γεννημένος στη Φιλαδέλφεια το 1950, ο Steve McCurry σπουδάζει κινηματογράφο και ιστορία στο Pennsylvania State University. Αρχικά σκεφτόταν να αφιερωθεί στη δημιουργία ντοκιμαντέρ, αλλά αρχίζει πολύ γρήγορα να συνεργάζεται σαν φωτογράφος με μια τοπική εφημερίδα. Μετά από τρία χρόνια αποφασίζει να επισκεφθεί την Ινδία για μερικούς μήνες, για να δημιουργήσει το πρώτο του πραγματικό πορτφόλιο με εικόνες από αυτό το ταξίδι. Όμως θα σταματήσει για δύο χρόνια και μετά τη δημοσίευση του πρώτου του σημαντικού έργου για το Αφγανιστάν, θα συνεργαστεί με μερικά από τα πιο σημαντικά περιοδικά: "Time", "Life", "Newsweek", "Geo" και το "National Geographic". Μέλος του Magnum Photos από το 1985, ο McCurry έλαβε σημαντικές αναγνωρίσεις μεγάλου κύρους, όπως το Magazine Photographer of the Year, που του απένειμε το National Press Photographer Association το 1984, και τέσσερα διαφορετικά πρώτα βραβεία του World Press Photo στην έκδοση του ίδιου έτους. Το 1998 του απονέμονται δύο βραβεία Eisenstaed, αντίστοιχα, για την περίφημη φωτογραφία του παιδιού που είναι καλυμμένο με κόκκινη σκόνη κατά τη διάρκεια ενός φεστιβάλ στη Βομβάη και για το ρεπορτάζ για τον εορτασμό της 50ης επετείου της Ανεξαρτησίας της Ινδίας. Την ίδια χρονιά θα λάβει το βραβείο Life΄s Magazine World Photo και εν συνεχεία, για δύο φορές, το Olivier Rebbot Memorial Award. Έχει δημοσιεύσει τα βιβλία: "The Imperial Way" (ρεπορτάζ ενός μεγάλου ταξιδιού στην Ινδία με τον συγγραφέα Paul Theroux, 1985), "Monsoon" (σχετικά με τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής στον πλανήτη, 1988), "Portraits" (1999), "South Southeast" (2000), "Sanctuary" (μια γαλήνια, ασκητική απεικόνιση των βουδιστικών μοναστηριών στο Angkor Wat της Καμπότζης, 2002) και "The Path to Buddha" (αφιερωμένο στους ιερούς τόπους του θιβετιανού βουδισμού, 2003). Έργα του περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, στις συλλογές του Μουσείου του Τόκιο, του Huston Museum of Modern Art, του International Center of Photography της George Eastman House και του Philadelphia Museum of Art.

Elliott Erwitt

Elliott Erwitt (Φωτογράφος)

Ο Elliott Erwitt γεννήθηκε το 1928 στο Παρίσι από ρώσους γονείς. Φοιτά το 1934 σε δημοτικό σχολείο στην Ιταλία, όπου είχαν μετακομίσει οι γονείς του, αλλά το 1939 η οικογένεια Erwitt αποφασίζει να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1942, σε ηλικία 13 ετών, φοιτά στο Hollywood High School και αργότερα στο Los Angeles City College. Μετά την μετακόμισή του στη Νέα Υόρκη το 1946, παρακολουθεί ένα σεμινάριο ιστορίας του κινηματογράφου στο New School for Social Research, ανταλλάσσοντας το κόστος των μαθημάτων με την προσωπική του εργασία στην ίδια σχολή. Το 1953, μετά την στρατιωτική του θητεία στην Ευρώπη ως βοηθός φωτογράφου στο US Army Signal Corps, ο Erwitt αρχίζει να εργάζεται κανονικά με έγκυρες εφημερίδες και περιοδικά όπως "Look", "Life", "Collier΄s", "Saturday Evening Post" και ΄΄Holiday΄΄. Τον ίδιο χρόνο περνάει στο Magnum Photos σαν συνεργαζόμενος φωτογράφος και ένα χρόνο αργότερα, το 1954, γίνεται ενεργό μέλος. Από το 1970 η φωτογραφική δραστηριότητα συνδυάζεται με την κινηματογραφική, που πολύ γρήγορα θα απορροφήσει μεγάλο μέρος του χρόνου του, με την δημιουργία τόσο διαφημιστικών ταινιών και ρεπορτάζ, όσο και θεματικών ταινιών. Το 1974, με το "Son of Bitch" αρχίζει την παραγωγή βιβλίων, που συνοδεύεται και υποστηρίζεται από εκθέσεις σε γκαλερί και μουσεία. Καταγράφει θεματικά έργα (όπως "Οn the Beach", το 1991 ή το "Museum Watching" του 1999) και γενικά έργα όπως το πρόσφατο "Snaps", που δημιούργησε το 2001.

Ferdinando Scianna (Φωτογράφος)

Ιταλός φωτογράφος (Σικελία, 1943), μέλος του πρακτορείου Magnum Photos.

Cornell Capa (Φωτογράφος)

Αμερικανός φωτογράφος ουγγρικής καταγωγής (Απρίλιος 1918 - Μάιος 2008), μέλος του πρακτορείου Magnum Photos, μικρότερος αδελφός του Robert Capa (ψευδώνυμο του ούγγρου φωτογράφου Εndre Erno Friedmann).

Marc Riboud

Marc Riboud (Φωτογράφος)

Ο γάλλος φωτογράφος Μαρκ Ριμπού (Λυών, 1923), έλαβε μέρος στη Γαλλική Αντίσταση από το 1943 έως το 1945 και στη συνέχεια σπούδασε μηχανικός στην Ecole Centrale της Λυών (1945-48). Μέχρι το 1951 εργάστηκε ως μηχανικός σε βιομηχανίες της περιοχής της Λυών. Το 1952 αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη φωτογραφία και μετακόμισε στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τα ιδρυτικά μέλη του πρακτορείου Magnum Photos. Τρία χρόνια αργότερα γίνεται πλήρες μέλος του Magnum. Έγινε γνωστός για τις φωτογραφίες του κυρίως από χώρες της Άπω Ανατολής, μεταξύ των οποίων η Κίνα, το 1966, το 1981 και το 1996 και το Βόρειο Βιετνάμ το 1970 (κατά τη διάρκεια του πολέμου). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Life", "Geo", "National Geographic", "Paris-Match", "Stern", κ.ά. Τιμήθηκε δύο φορές με τη διάκριση Overseas Press Club Award (1966 και 1970), ενώ μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις του φιλοξενήθηκαν στο Musee d΄Art Moderne de la Ville de Paris (1985) και στο International Center of Photography της Νέας Υόρκης (1988 και 1997). Γνωστότερα βιβλία του είναι: "Women of Japan", 1959, "Le Bon Usage du monde", 1964, "Three Banners of China", 1966, "Faces of North Vietnam", 1970, "Bangkok", 1972, "Chine: Instantanes de Voyage", 1980, "Marc Riboud, photos choisies 1953-1985", 1985, "Marc Riboud: Journal", 1986, "Marc Riboud: l΄embarras du choix", 1988, "Photo Poche 37: Marc Riboud", 1989, "Huang Shan", 1989, "Le Grand Louvre", 1989, "Angkor: Serenite bouddhique", 1992, "In China", 1996, "Marc Riboud In China: Forty Years of Photography", 1997.

Δημήτρης Ζαχαράτος (Επιμέλεια)

Ο Δημήτρης Ζαχαράτος είναι δημοσιογράφος. Συνεργάζεται με την εφημερίδα "Το Βήμα" και το περιοδικό "Βημαgazino".

Κατερίνα Κολλιού (Επιμέλεια)

Η Κατερίνα Κολλιού είναι δημοσιογράφος. Συνεργάζεται με την εφημερίδα "Το Βήμα", "Το Βήμα online" και το περιοδικό "Βημαgazino".

Γιώργος Τσιάρας (Επιμέλεια)

Ο Γιώργος Τσιάρας είναι δημοσιογράφος. Συνεργάζεται με την εφημερίδα "Το Βήμα".

Τόμος:
1
Δέσιμο:
Μαλακό εξώφυλλο
Σελίδες:
50
Διαστάσεις:
42χ28
Βάρος:
0.215 κιλά

Αξιολογήσεις

Γράψε μια αξιολόγηση